Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.
ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΡΔΙΚΙΔΗ
Οι πίνακες δεν χωρούσαν από την πόρτα του εργαστηρίου. Η δύναμη του Δημήτρη Περδικίδη έπρεπε να εκφραστεί σε έργα αξιοσέβαστων διαστάσεων, κάτι που γίνεται πλέον δύσκολο να βρει κανείς μέσα στη σημερινή συνωμοσία της μετριοφροσύνης και της συντομίας. Δούλευε σαν φορτωτής για να βγάλει και να στήσει προσωρινά ένα τεράστιο τρίπτυχο που, όχι χωρίς κόπο, αποκαλύφθηκε και έγινε ορατό μπροστά στα μάτια μου. Αποκαλύφθηκε και έγινε ορατό, ορατό και αποκαλύφθηκε; Μάλλον πρωταγωνιστής και κύριος του εργαστηρίου, αφήνοντας όλους μας και τα πάντα να φαίνονται μικροί και υποταγμένοι στην ομορφιά του. Κόκκινο και λευκό, λευκό και κόκκινο, αλλά με ένα λευκό και ένα σκάρλατο που σχεδόν σε έκαναν να αρρωστήσεις με τη θριαμβευτική και πανέμορφη επιβεβαίωση της ουσιαστικής δίχρωμίας τους. Μια δύναμη φτιαγμένη από παρθενιά και βία που σάρωσε όλα τα άλλα, τυφλώνοντας ή ωθώντας τα μάτια να μεγαλώσουν και να ορμήξουν να συναντήσουν εκείνη την εμφάνιση της ζωγραφικής, ισχυρή, οργανωτική, λογικά περήφανη για τον εαυτό της. Ήταν μια εφεύρεση τόσο απλή και τόσο ευτυχής, όπως συνήθως είναι οι μεγάλες επιτυχίες. Ήταν νύχτα, και η ηλεκτρική λάμπα χλώμιασε κάτω από την πρόσκρουση του χρώματος – ή του ημιχρώματος, γιατί το λευκό δεν είναι χρώμα –, και ίσως το ίδιο να είχε συμβεί και αν ήταν μέρα. Και ήδη στο δρόμο, τα μάτια συνέχιζαν να ανακουφίζονται από εκείνη την ευλογημένη συνεργασία μεταξύ του παρθενικού και του αιματηρού. Από υγιές αίμα, από καλό αίμα, από αίμα υγείας.
Χρώμα υγείας, χιλιετή ευαισθησία, σκιά και σύμβολο της παραστατικότητας, όλος ο μεγάλος αισθητηριακός πλούτος των αφηρημένων δυνατοτήτων, εξημέρωση και καλλιέργεια του μυστηρίου, θα έλειπε κάτι άλλο από αυτόν τον ψηλό και ισχυρό Έλληνα; Ναι, και μόλις τώρα ειπώθηκε, και ειπώθηκε ότι το κατέχει: η δύναμη. Σε όλο το έργο του, αυτό του σήμερα, το πιο πρόσφατο και το πιο ώριμο, υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη δύναμης, μεγαλοπρέπειας, σφριγηλότητας, κυριαρχίας και αυτοπεποίθησης, τέτοια που υποτάσσουν τον θεατή. Υποψιάζομαι ότι ζωγραφίζει και δημιουργεί τους δυνατούς και όμορφους πίνακές του με την ίδια ακριβώς φυσικότητα με την οποία ο Ηρακλής πραγματοποίησε τους δώδεκα άθλους του. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού τόσα πολλά χαρίσματα βρίσκονται στη διάθεση του υπέροχου ελληνο-ισπανικού ζωγράφου. Είναι σαν μια δύναμη της φύσης αφιερωμένη στο να ζωγραφίζει σε μεγάλη κλίμακα, με ένταση, με βάθος, προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς όρια. Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς θα ήταν μια τεράστια αίθουσα – αίθουσα ή σαλόνι οτιδήποτε, για όποια χρήση ή επάγγελμα επιθυμούσε κανείς – διακοσμημένη σαν μια Καπέλα Σιξτίνα της νεότερης τέχνης από την ηρακλείου δύναμη του Δημήτρη Περδικίδη. Διότι το σίγουρο είναι ότι οι πίνακες αρχίζουν ήδη να φαίνονται μικροσκοπικοί για την ανεξέλεγκτη και δίκαιη φιλοδοξία του. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα οι μοίρες θα του παραχωρήσουν αυτή τη δυνατότητα.
Σπάνια έχω δει έναν ζωγράφο τόσο ερωτευμένο με την τέχνη του, τα εργαλεία του, τα υλικά του, σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται να απολαμβάνει περισσότερο την ίδια τη διαδικασία της ζωγραφικής παρά την ολοκλήρωση ενός πίνακα και, μαζί με αυτόν, την ολοκλήρωση αυτής της δραστηριότητας. Μιλώντας για τα υπέροχα κόκκινα χρώματά του, μου δείχνει ένα κουτί με αυτό ακριβώς το κόκκινο και το επιδεικνύει σαν ένα δοχείο που περιέχει κάτι ιερό: «Κοιτάξτε. Δείτε τι καθαρότητα χρώματος, εδώ μέσα...».
Όμως, όχι. Η καθαρότητα του χρώματος δεν βρίσκεται σε αυτό το δοχείο βιομηχανικής παραγωγής, και αυτό το χρώμα – που αναμφίβολα είναι άριστο αρχικά – θα είναι το ίδιο που χρησιμοποιούν και άλλοι συνάδελφοί του, πολύ λιγότερο επιφανείς. Η καθαρότητα του χρώματος δεν βρίσκεται στο δοχείο, αλλά όταν εφαρμόζεται πάνω στην επιφάνεια που έχει ζωγραφιστεί, ζωγραφισμένη ακριβώς από τον ίδιο. Ζωγραφισμένη, εξάλλου, όχι πάνω σε καμβά, αλλά πάνω σε ξύλο. Προτιμά το ξύλο επειδή λέει ότι η πάστα του χρώματος απλώνεται καλύτερα και η απόλυτα λεία επιφάνεια ανταποκρίνεται με την ίδια ομαλότητα στη δράση της πινελιάς. Μπορεί να είναι έτσι. Προτιμώ να πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε απομεινάρια και αταβισμούς του ζωγράφου ελληνικών εικόνων, από την εποχή που ο δικός μας – και δικός του – Δομίνικος εγκατέλειψε τη Φόδελη, την Κρήτη και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, κλεινόμενος στο Τολέδο.
Χαίρε, Δημήτρη Περδικίδη, χαίρε! Και την ευγνωμοσύνη μας που έφερες στην ισπανική εικαστική τέχνη του 20ού αιώνα εκείνη τη μακρινή, οικεία, χαρακτηριστική, εξαιρετικά καθαρή πνοή της γης σου, που είναι επίσης γεμάτη λάδι και κρασί, βελανιδιές και κατσίκες. Καθώς τίποτα δεν μας χώριζε, και καθώς τα πάντα μας ένωναν, ήρθες στην Ισπανία και τη βρήκες φίλη. Γονιμοποιείς τη νεότερη και πιο ζωντανή ισπανική ζωγραφική της πρόσφατης δημιουργίας, με τη σιγουριά και τη φρεσκάδα ότι δεν είσαι μόνο εσύ υπεύθυνος, αλλά και το βάρος των αιώνων που φέρεις στους ώμους σου. Και μας αποκαλύπτεις ένα έργο με καλοσύνη και ποιότητα σχεδόν οδυνηρές, λόγω του πόσο πολύ δεσμεύεται ο θεατής από την ομορφιά του, από την επίδραση της οργανωμένης δύναμής του, από τόσες άλλες αρετές που δεν μπορούν να περιγραφούν σε σύντομο χώρο. Ούτε θα ήταν απαραίτητο, γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι η περιγραφή ούτε το σχόλιο, αλλά η κατανόηση. Και να είσαι βέβαιος, Δημήτρη Περδικίδη, ότι σε κατανοούμε, και ότι στο ευρύ φάσμα της σύγχρονης ισπανικής τέχνης, ανήκεις στους δικούς σου. Ακριβώς όπως ο συμπατριώτης σου Ντομίνικο περιπλανιόταν στο Τολέδο.
Και πάλι, για σένα και για την Έλενα, λέω: «Jaire!»